Ευλαβική αφιέρωση στη μνήμη των γυναικών της Αργιθέας

Ζαλίκα – Οι γυναίκες υποζύγια – ο άνθρωπος ως μεταφορικό μέσο

«Ζαλίκα»

του Κώστα Βιδάλη*

«Στο χάνι, που είναι ένα μαγαζί λίγο απ’ όλα, από φαρμακείο μέχρι ξενοδοχείο ύπνου, στέκονται οι Αργιθεάτες μέχρις ότου πάρουνε τη μεγάλη απόφαση: να καβαλήσουνε τ’ Άγραφα και να φτάσουνε στα Χωριά τους.

Θα περάσουνε βουνά και βουνά και έπειτα από οκτώ ώρες πορεία θα πιάσουνε τον πρώτο κατήφορο, θα ανεβοκατέβουνε και πάλι, μέχρις ότου, επιτέλους πίσω από τον κόσμο, αντικρίσουνε τα σπίτια τους.

Είναι βράδυ και το φως της λάμπας είναι τόσο φτωχό, που μόλις ξεχωρίζουνε οι φυσιογνωμίες. Η πόρτα ανοίγει. Ο αέρας με το φύσημα δυναμώνει για μια στιγμή τη φλόγα της λάμπας..

Μια γυναίκα που μόνο η σκιά της φαίνεται, μπαίνει με δυσκολία. Προσέχει μην τυχόν και ακουμπήσει στην πόρτα. Αυτή είναι η παραξενιά του μαγαζάτορα, ο οποίος παραστέκει όρθιος κοντά στην είσοδο. Στρίβει λίγο απ’ εδώ, γυρίζει λίγο απ’ εκεί και έτσι περνάει. Σε κάθε της βήμα το πάτωμα τραντάζεται. Είναι φορτωμένη γερά στην πλάτη. Κατευθύνεται σε μια γωνιά και κάθεται χάμω.

Πίσω της μπαίνει άλλη μια με την ίδια προσοχή. Είναι και αυτή φορτωμένη ζαλίκα. Από κοντά μπαίνει ένας χωριάτης με ένα ταγάρι στον ώμο. Επιθεωρεί τις γυναίκες και έπειτα καλησπερίζει. Κάθεται μαζί με τους άλλους και κουβεντιάζουν.

Οι δύο γυναίκες προχωρούν δειλά – δειλά και σωριάζονται σε δυο καρέκλες. Η περπατησιά τους τώρα είναι ήσυχη. Το πάτωμα δεν τρίζει. Η πρώτη, η Σοφία δεν μιλάει και δεν κουνιέται. Έχει στηθεί παράμερα στην καρέκλα, σαν ένας μαύρος σφιχτοδεμένος μπόγος. Το μόνο που ξεχωρίζει είναι το κεφάλι της. Το έχει τυλίξει με ένα μαύρο μαντήλι. Από το πρόσωπό της, μόνο τα μάτια της φαίνονται, δυο μάτια ανέκφραστα από την κούραση, όμοια με του μουλαριού. Τα μάγουλά της είναι φουσκωμένα και αναμμένα από το ξεθέωμα της ανηφοριάς.

Η άλλη, η Ελένη, ένα κορίτσι μόλις 18 χρονών, έχει μεγαλύτερη διάθεση. Είναι ακόμα νέα και δεν έκλεισε τη σειρά της. Τις προσφέρουνε λίγο ψωμί και αυτές το κρατάνε στα χέρια σαν να μην έχουνε δύναμη να το φέρουνε στο στόμα τους. Μασουλάνε δυο – τρεις φορές και σταματάνε.

 ― Γιατί δεν τρως; Μην ντρέπεσαι. Να, πάρε και αυτό.

― Μασουλάω. Ο Θεός να σας έχει καλά.

Το στόμα της δεν ανοιγοκλείνει. Η κούραση και το αποκάμωμα έχουνε φάει την όρεξη και την διάθεση.

Η συζήτηση αρχίζει. Τις δυο γυναίκες τις χρησιμοποιεί για υποζύγια ο συνοδός.

Πάνε για το Λεοντίτο 10 ώρες τουλάχιστο δρόμο. Τις κατέβασε φορτωμένες με «βιός» για το παζάρι και του μεταφέρουνε τώρα 45 οκάδες πράγματα. Η μία, η Σοφία σηκώνει 30 οκάδες. Η άλλη, η Ελένη, το κορίτσι, 15 οκάδες.

Πληρώνονται βέβαια για αυτή τη δουλειά. Παίρνουν 3 ολόκληρες δραχμές την οκά. Το αγώγι δεν ακρίβυνε, παραμένει ακόμα το ίδιο. Των μουλαριών όμως ανέβηκε. Το χόρτο κάνει 45 δραχμές η οκά.

Πάνω στα χωριά της Αργιθέας, ολόκληρες οικογένειες, που η φτώχεια τις τσιτσιρίζει χρόνια, είναι άνθρωποι – υποζύγια : «Ζαλικώνονται».

Το καλαμπόκι αυτές το μεταφέρουνε όλο το χειμώνα από το Μουζάκι επάνω στην Αργιθέα : Εκατό χιλιάδες οκάδες τουλάχιστο. Περπατάνε μέσα στο χιόνι, στα νερά.

― Δεν τις νοιάζει, είναι συνηθισμένες, παρατηρεί ο μαγαζάτορας.

Οι δυο γυναίκες κάθονται χωρίς να μιλάνε καθόλου. Το πρόσωπό τους εξακολουθεί να είναι ανέκφραστο. Κάπου – κάπου ένας βαθύς αναστεναγμός βγαίνει από τα φυλλοκάρδια τους.

― Ο Θεός να σε έχει καλά. Τον ευχαριστώ. Ο άντρας μου, πάνε 3 χρόνια που πέθανε. Έχω ένα μικρό παιδί 7 χρονών. Γι’ αυτό ζαλικώνομαι. Τρία χρόνια εγώ στην τριχιά. Μόνο σαν βγάλω τα τριφύλλια στα μάτια θα ησυχάσω.

Αυτό είναι το δράμα της. Στον τάφο μόνο θα ξεκουραστεί. Αλλά και εκεί μόνο όταν θα φυτρώσουνε τριαντάφυλλα.

― Αν έχετε τίποτα δικά σας πράγματα να σας τα κουβαλήσω… Τι το θέλατε το μουλάρι;.. Μπορώ να σηκώσω ακόμα ζαλίκα. Δεν έχω μεγάλο βάρος. Τα προσέχω τα πράγματα, και θα δείτε, δεν θα πάθουνε τίποτε. Δώστε μου ότι θέλετε. Το κορίτσι από εδώ δεν μπορεί. Τώρα μπήκε στην τριχιά.

Το φως της λάμπας έχει πέσει ακόμα περισσότερο. Σχεδόν μόνο η κάφτρα του φυτιλιού φωτίζει. Ο μαγαζάτορας φωνάζει : «Άντε για ύπνο».      Όλοι ανεβαίνουνε στο επάνω πάτωμα. Οι δυο γυναίκες φορτώνονται τη ζαλίκα τους και την ανεβάζουν επάνω. Ψάχνουνε καλά μέσα στο σκοτάδι και ακουμπάνε τα πράγματα. Λύνουνε την τριχιά που είναι δεμένα, τα συγυρίζουνε. Ξαναδένουνε το σχοινί και κατόπιν κουρνιάζουνε πάνω στο πάτωμα.

Οι χωριάτες αφού κοιτάξουνε κάτω στο στάβλο τα μουλάρια, ανεβαίνουνε ένας – ένας. Ταχτοποιούνται και αρχίζουνε το τραγούδι.   

Είναι η βραδινή τους προσευχή για εκείνους που χαθήκανε πέρα σε άλλα ξένα βουνά.

Πριν ακόμα το θάμπωμα διαλυθεί, οι Αργιθεάτες έχουνε ξεκινήσει. Λογαριάζανε το απομεσήμερο να βρίσκονται στα χωριά τους.   

Οι δυο γυναίκες έχουνε ξεκινήσει από ώρα και ωστόσο ακόμη βρίσκονται εδώ, στον πρώτο ανήφορο. Έξι ώρες ξεθεωτική ανηφοριά και να η ράχη.  

Μια εκκλησούλα πάλλευκη αποτελεί το υψόμετρο – 1900 μέτρα. Είναι συγχρόνως ο τόπος των πιστών, ο σταθμός και το καταφύγιο. Ο άγριος βοριάς έχει ξυρίσει τα δέντρα και μόνο κάτι κατσιασμένα έλατα έρπουνε πάνω στη γη.    

Οι δυο γυναίκες με το βαρύ φορτίο στην πλάτη προχωρούνε σιγά.. Τα κεφάλια τους λίγο απέχουνε από τη γη. Δεν βλέπουνε παρά μόνο τα δάχτυλα του ποδαριού τους που σέρνεται εμπρός και τα χαλίκια και τις πέτρες του μονοπατιού. Τρία χρόνια τώρα τα μάτια της Σοφίας δεν έχουνε δει τίποτε άλλο από το δρόμο. Τα χέρια κρατάνε γερά, εμπρός στο στήθος. Την τριχιά. Η ζαλίκα από πάνω κουνιέται ρυθμικά σε κάθε βηματισμό.  

Κατά διαστήματα, οι γυναίκες κάθονται κάτω, χωρίς να αφήνουνε τη ζαλίκα και τότε μόνο βλέπουνε τον ουρανό και δίπλα τους.  

Πίσω τους έρχονται δύο μουλάρια φορτωμένα κι’ αυτά γερά. Το φορτίο τους κινείται και αυτό ρυθμικά ανάλογα με την περπατησιά τους. Από τα ρουθούνια τους ξεφυσάνε.  

Οι χωριάτες ακολουθούνε τα ζώα και τις γυναίκες – υποζύγια. Κουβεντιάζουνε, γελάνε, παρατηρούν. Τα τοπία, που αργά – αργά εναλλάσσονται είναι ένας πλούτος ολόκληρος από εικόνες

Μουλάρια, γυναίκες – υποζύγια και η συνοδεία τους φτάσανε στη ράχη. Τα ζώα σταθήκανε στο προαύλιο. Οι άνθρωποι μπαίνουνε στην εκκλησούλα.   

Οι δυο γυναίκες σωριάζονται με τη ζαλίκα χάμω, δίπλα από τη χόβολη της φωτιάς που είχανε ανάψει άλλοι περαστικοί Αργιθεάτες.   

Δεν έχουνε τη δύναμη να σηκωθούν και κάνουνε το σταυρό τους καθιστές. Θα σταθούν εδώ κάμποσο για να ξαποστάσουν. Μόνον σαν «βγάλουνε τριφύλλια στα μάτια» θα ησυχάσουν.

 

  • Είναι φανερό ότι ο Κ. Βιδάλης περιγράφει τη «διανυκτέρευση» στο Πευκόφυτο και τη διαδρομή προς τον Άγιο Νικόλαο Οξυάς. Η Σοφία «φωτογραφίζεται» για την αείμνηστη Σοφία Μακρυγιάννη. Αξίζει να ερευνήσουμε για την Ελένη.

 

O Κώστας Βιδάλης από τις μορφές της εθνικής αντίστασης και της δημοσιογραφίας, εργάστηκε σε πολλές εφημερίδες και κυρίως στο «Ριζοσπάστη». Στη Γερμανική κατοχή πολλά δημοσιεύματά του αφορούσαν τη Θεσσαλία με κύρια εκείνα για τη «μάχη της σοδειάς».

Τον Αύγουστο του 1945 σε μια δημοσιογραφική του έρευνα για τις παρακρατικές ομάδες που δρούσαν στη Θεσσαλία, συνελήφθη από τις συμμορίες του Σούρλα και θανατώθηκε στο χωριό Μελία της Λάρισας.

 

(εισαγωγικό σχόλιο του Ριζοσπάστη της 29 Αυγούστου 1946): Η φιλολογική σελίδα του «Ριζοσπάστη» θεωρεί χρέος της να παραχωρήσει τιμητικά χώρο στον Κώστα Βιδάλη. Ο αξέχαστος σύντροφός μας, σε πολλά γραπτά του παρουσίασε μια έκτακτη λογοτεχνική χάρη. Αναδημοσιεύουμε εδώ τις εντυπώσεις του από ένα ταξίδι στη Θεσσαλία, μέσα στην κατοχή από την «Πρωϊα» της 20 Νοέμβρη 1941 με τίτλο: «Από τη ζωή της υπαίθρου – Ζαλίκα – Οι γυναίκες υποζύγια – ο άνθρωπος ως μεταφορικό μέσο». Ας είναι αυτό μια ευλαβική αφιέρωση στη μνήμη του.

 

Από τις εφημερίδες:

«Πρωϊα» της 20 Νοέμβρη 1941.

αναδημοσίευση: Ριζοσπάστης της 29 Αυγούστου 1946